Fire!: The Hands (Rune Grammofon 2018) PDF Εκτύπωση E-mail

Fire_-_The_HandsΜπορώ να πω, πως ασχολούμαι αρκετά με τα μουσικά δρώμενα εδώ και αρκετά χρόνια, ωστόσο ακόμα δεν έχω καταφέρει να καταλάβω με ποιόν τρόπο καταφέρνει ένα album ή ένας καλλιτέχνης, να περάσει στην συλλογική συνείδηση και να ξεχωρίσει πέρα από είδη και υπό-είδη ώστε να μπει στα καλύτερα της τάδε χρονιάς, της δεκαετίας κτλ.

Εννοείται πως δεν μιλάω για καταξιωμένους καλλιτέχνες και προφανώς δεν εννοώ περιπτώσεις διαττόντων αστέρων που βγάζουν ένα, άντε δύο, πολύ καλά τραγούδια που απολαμβάνουν airplay (προφανώς και μιλάω για το internet-ικο ραδιόφωνο καθώς τα FM είναι σχεδόν ανάλγητα στις μουσικές τάσεις του σήμερα), και κάπως έτσι τρυπώνουν στις λίστες, ενώ μετά από κάνα δύο χρόνια δεν τους θυμάται κανείς. Ούτε φυσικά μιλάω για περιπτώσεις όπου μια σκηνή έρχεται στο προσκήνιο λόγω της επιτυχίας ενός σχήματος και ακολουθούν τα υπόλοιπα σχήματα της.

Θα το πω στα ίσα γιατί με πνίγει. Πως μπορεί ένα album να πετύχει αυτό που πέτυχε το “The Epic” του Kamasi Washington το 2015; Πώς ένας καλλιτέχνης που για κανένα λόγο δεν θεωρείται πρωτοεμφανιζόμενος (αλίμονο δισκογραφεί με το όνομα του από το 2007), βρίσκεται στο τρίτο του album, σε ένα είδος που σπανίως πλησιάζει στο mainstream (jazz), με δύσκολο υλικό, με τεράστιες διάρκειες (173 λεπτά συνολική διάρκεια), καταφέρνει να βρεθεί στις Year End Lists δεκάδων περιοδικών αλλά και απλών ακροατών (αυτών τουλάχιστον που αγαπούν να κάνουν λίστες); Πώς καταφέρνει να γίνει ντόρος γύρω από αυτό (όσο ντόρος μπορεί τέλος πάντων να γίνει στη σημερινή κατάσταση της μουσικής βιομηχανίας) και πλέον να λογίζεται σαν ένα από τα κορυφαία album του 2015 αλλά ίσως και των 10s;

Ποιο είναι λοιπόν το μοτίβο για να γίνει κανείς Kamasi;

Εξηγούμαι που το πάω. 2 χρόνια πριν τον Kamasi Washington, οι Fire! Orchestra, δηλαδή το expanded σχήμα των Fire! του «θεούλη» Mats Gustafsson κυκλοφορούν το “Exit”. Η 28μελής μπάντα, στα πρότυπα των μεγάλων jazz / experimental big bands του παρελθόντος κυκλοφόρησε μακράν το καλύτερο album εκείνης της χρονιάς σύμφωνα με τον γράφοντα, καταφέρνοντας να χωρέσει «πράγματα και θαύματα» σε 2 εθιστικότατες (και όμως)  20λεπτες συνθέσεις. Πάνω κάτω αντίστοιχα εκπληκτικό ήταν και το “Enter” της ίδιας μπάντας (με λίγο μικρότερη ορχήστρα) την επόμενη χρονιά. Και στις δυο περιπτώσεις οι Fire! Orchestra δεν έτυχαν ιδιαίτερης επιτυχίας και περιορίστηκαν σε ένα αρκετά συγκεκριμένο κοινό (αυτό της jazz και ίσως σε κάτι experimental αρρωστάκια σαν και του λόγου μου).

Τους Fire! Ουσιαστικά μου τους «σύστησε» ο γνωστός και αγαπημένος Jim O'Rourke (Bris-Glace, Gastr Del Sol όπου ίσως εκεί να πρωτοσυναντήθηκαν με τον Gustafsson, συνοδοιπόρος των Sonic Youth για αρκετά χρόνια, ενεργότατο μέλος της αστείρευτης σκηνής του Chicago και υπεύθυνος για ένα βουνό avant-garde πραγματάκια), ο οποίος κυκλοφόρησε μαζί τους το “Unreleased?” πίσω στο 2011 αλλά και το live EP “Released!” ένα χρόνο μετά. Αμφότερα μου πήραν το μυαλό, κερδίζοντας άπειρες ακροάσεις.

Έκτοτε φροντίζουν να με κρατούν σε εγρήγορση με συνεχείς κυκλοφορίες, “In the Mouth A Hand” με τον Oren Ambarchi (2012), “(Without Noticing)” (2013), “She Sleeps, She Sleeps” (2016) ενώ μεγαλουργούν  παράλληλα με τους Fire! Orchestra. “Exit!” (2013), “Enter” (2014) και “Ritual” (2016). Υπερπαραγωγικοί αν μη τι άλλο...

Ο Mats Gustafsson, αδιαμφισβήτητα είναι ο κεντρικός πυλώνας των Fire! Ένας υπέρ-ταλαντούχος (δεν έχει παίξει τυχαία δίπλα σε «τέρατα» όπως ο Peter Brötzmann), ασταμάτητος σαξοφωνίστας, του οποίου  το 24ωρο ενδεχομένως να έχει διπλάσιες ώρες από όλων εμάς  των υπόλοιπων, καθώς έχει χρόνο για τους Fire!, τα προσωπικά του album, άπειρα projects, τους The Thing, τους Angles 9 αλλά και δεκάδες συνεργασίες με την avant-garde αφρόκρεμα (από τον O'Rourke και τον Thurston Moore μέχρι τον Merzbow...). Βασικά δεν είμαι σίγουρος αν είναι καν ανθρώπινος...

Οι Jonathan Berthling και Andreas Werliin, σε μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα, δεν συμπληρώνουν απλά την τριάδα αλλά αποτελούν την ραχοκοκαλιά των Fire! Xτίζουν ογκώδη μνημεία για να ακουμπήσει ο Gustafsson τη διαστροφή του. Οι μπασογραμμές του Berthling θυμίζουν τους Black Sabbath των πρώτων album. Ηeavy, μονολιθικές, υπνωτικές και επαναλαμβανόμενες, ενώ τα πανέξυπνα drums του Werliin πότε καταπραΰνουν τον ακροατή και πότε τον ιντριγκάρουν. Από την άλλη ο Gustafsson οργιάζει. Πότε χαϊδεύει, πότε βρυχάται και πότε στραγγαλίζει το σαξόφωνο του (είτε παίζοντας τενόρο, βαρύτονο ή μπάσο σαξόφωνο), ενώ παράλληλα «στήνει» θορυβώδεις ηλεκτρονικές «πλάτες» που κάνουν το αποτέλεσμα ακόμα πιο χαοτικό. Στο μουσικό χωνευτήρι της τριάδας από τη Σουηδία χωράνε τα blues, το kraut, το heavy rock, η jazz. Φυσικά η jazz. Ελεύθερη όπως πρέπει και συναρπαστική.

Το ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει το album σε πιάνει από τα μούτρα. Περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που με κάνουν να λατρεύω τους Fire! Τίγκα παραμορφωμένη μπασάρα που κυριαρχεί στο κομμάτι, rock (όπως το ορίζουν αυτοί βέβαια) drums, ελεγχόμενες ακροβασίες του σαξόφωνου και από πίσω...τρυπάνια να σέρνονται... Ευδαιμονία! Βέβαια, το 6ο album των Fire! δεν ακολουθεί την παρανοϊκή συνταγή του “In the Mouth A Hand”, ούτε του σχεδόν ψυχεδελικό “Unreleased?”, είναι μάλλον πιο κοντά στο προκάτοχο του, “She Sleeps, She Sleeps” αλλά με λιγότερες jazz αναφορές (λέμε τώρα). Είναι σκοτεινό και υπνωτικό, όπως το αργόσυρτο, σχεδόν doom θα έλεγα, When Her Lips Collapsed, το ήσυχο Touches Me with the Tips of Wonder ή το To Shave the Leaves. In Red. In Black.  με το σχεδόν «σταματημένο» tempo του.

Βέβαια, στο ενδιάμεσο το Washing Your Heart In Filth τραβάει στα άκρα τα πράγματα με το άρρωστο  drumming και τα πνευμόνια του Gustafsson στο πάτωμα. Αδιανόητο κομμάτι. Σίγουρα το απόλυτο highlight. To Up. And Down. φορτώνει σιγά σιγά, με όλα να γυρνάνε γύρω από την μπασογραμμή του Berthling και με τη noise λούπα στο background να απογειώνει το μανιασμένο τελευταίο δίλεπτο του κομματιού. Το album κλείνει ήσυχα-ήσυχα, δηλώνοντας το μάλιστα: I Guard Her to Rest. Declaring Silence.

Η Rune Grammofon, αυτή η εξαιρετική εταιρεία με έδρα το Όσλο και τα υπέροχα avant-garde αντανακλαστικά, έχει στεγάσει το όχημα των Fire! από το ξεκίνημα και συνεχίζει, κυκλοφορώντας και το “The Hands”. Οι Fire! είναι ένα τρίο που δύσκολα κατηγοριοποιείται. Μοιάζουν σαν να έχουν βγει από τα 70s, με τη μουσική τους να είναι «τα πάντα», χωρίς στολίδια κτλ. Καταφέρνουν, να είναι προσιτοί (κάτι πολύ σπάνιο για free jazz) χωρίς να είναι για κανένα λόγο εύκολοι. Λέω συχνά πως οι Fire! είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά σχήματα των καιρών μας και νομίζω πως το αποδεικνύουν και πάλι. Οφείλουν να τους ανακαλύψουν όσοι αγαπούν την πειραματική μουσική και μάλλον οφείλουν να το κάνουν τώρα μιας και στις 2 Μαρτίου οι Fire! θα βρεθούν στην Αθήνα για ένα live στο Underflow. Τα λέμε εκεί.

8,5

Κείμενο: Βασίλης Μπέκας

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας