Mastodon @ Piraeus Academy, Αθήνα 30/08/2016 PDF Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 01 Σεπτέμβριος 2016 19:14

mastodon 5

Τρίτη απόγευμα και μόλις έχω τελειώσει ένα δεκάωρο δουλειάς στο χωριό όπου εργάζομαι εδώ και καιρό, ανάμεσα σε μπετά, καλώδια, ελιές και γίδια. Το πρόγραμμα της υπόλοιπης μέρας είναι μάλλον αδιάφορο, για να μην πω χάλια. «Θα πάω Mastodon» σκέφτομαι και βγάζω εισιτήριο με το τραίνο, κάνω τις δυο ωρίτσες μου στον πιο άθλιο σιδηρόδρομο της Ευρώπης και φτάνω. Μόνο και μόνο από το αυθόρμητο της σκέψης, είναι σίγουρο ότι θα περάσω καλά. Γιατί πολλοί περίμεναν την συναυλία αυτή με έναν χαζό σκοπό. Να δουν αν οι Αμερικανοί βελτιώθηκαν στα live. Σαν να μην τους ένοιαζε η μουσική αυτή καθαυτή, αλλά μονάχα ο βαθμός που θα πρέπει να βάλουν στο συγκρότημα, σαν κριτές σε reality show για να ξέρουν αν μπορούν να έχουν τους «νέους Metallica» και λοιπές αρλούμπες. Όχι μάγκες, δεν είναι αυτό το νόημα. Ας τα πάρουμε από την αρχή.

Μπαίνοντας στο Piraeus Academy έτρεξα προς το merchandise, στο οποίο δεν γινόταν χαμός, αν και περίμενα πως θα έπρεπε να ανοίξω δρόμο με τεθωρακισμένο. Ίσως ο κόσμος είχε ξεθυμάνει την αγοραστική του μανία δυο ώρες πριν, όταν άνοιξαν οι πόρτες. Ίσως βέβαια να κώλωσε και από τις τιμές. Τριάντα ευρώ μια μπλούζα; Σαράντα το βινύλιο; Τι διάολο, έχουν δώρο τα service του αυτοκινήτου μαζί; Τέλος πάντων, εγώ πήρα μια μπλουζίτσα, γιατί ούτως ή άλλως, μασούρια τα κάνω εκεί στο χωριό. Οι υπόλοιποι όμως, που δουλεύουν για 580 ευρώ τον μήνα και αγαπούν την μπάντα δεν θα πάρουν. Το merchandise δεν θα έπρεπε να προορίζεται για συγκεκριμένες μισθολογικές ομάδες ή να πρέπει να πουλήσει κάποιος το νεφρό του για μια στάμπα σε ρούχο. Εκτός κι αν θέλουν να βάλουν το εισιτήριο δέκα ευρώ φθηνότερα, που δεν το νομίζω. Δεύτερη κακή εντύπωση ήταν η κίνηση της πωλήτριας να βγάλει μια κούτα με πακέτα καπνού και να πουλήσει. Τονίζω: σε κλειστό μαγαζί. Πάμε παρακάτω. Κατεβαίνοντας, κοίταζα δυο περίπτερα προσπαθώντας να καταλάβω περί τίνος πρόκειται. Με πλησίασε ο τύπος, «φίλε στρίβεις;» ρωτάει, λες και ήθελε να σπρώξει ναρκωτικά στην Ομόνοια. Υπήρχε δηλαδή ολόκληρο περίπτερο που πουλούσε τσιγάρα εντός κλειστού χώρου, που υποτίθεται πληροί προδιαγραφές αερισμού και υγιεινής, ενάντια σε νόμους και άλλες τέτοιες χαζομάρες. Εντάξει, ξέρουμε ότι ζούμε σε χώρα Γ.Τ.Π. (δεν αρμόζει πιο κόσμια γλώσσα σε κάτι τέτοιο) αλλά κρατήστε ρε τα προσχήματα. Σε άλλα κράτη λιγότερο «πολιτισμένα» έχουν απαγορευτεί «από τότε που αυτοί ήταν στα δέντρα και εμείς περπατούσαμε». Μετά μην απορείτε που η εξουσία κάνει ότι της καπνίσει και βάζει ουρανοκατέβατους φόρους. Αφού και οι πολίτες κάνουν ό,τι τους καπνίσει (και καπνίζουν ό,τι θέλουν) χωρίς να τους νοιάζει τίποτα. Κάπνα παντού. Συγχίστηκα.

Μπαίνοντας στην κύρια αίθουσα αντίκρισα ένα εντυπωσιακό θεόρατο πανό αποτελούμενο από δυο εξώφυλλα του Once More ‘Round The Sun, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο με τέτοιο τρόπο που έμοιαζε με τον… Darth Vader. Ίσως να ήταν δουλειά του Kelliher, ο οποίος είναι πολύ μεγάλος Star Wars nerd. Εννέα και μισή η τετράδα από την Ατλάντα ανέβηκε στην σκηνή και εγώ κράτησα τις ωτοασπίδες μου μπροστά από τα αυτιά. Το “Tread Lightly” άνοιξε τον χορό με ελαφρώς κακό ήχο. Τι ελαφρώς δηλαδή, που η κιθάρα του Hinds χάθηκε στην μετάφραση και η μπότα του Dailor έκανε τα πάντα να τρίζουν εκεί μέσα. Οι αντιδράσεις μέτριες για «το καλύτερο metal κοινό» που υποτίθεται πως είναι το ελληνικό. Μια ακόμα άσχημη εντύπωση ήταν τα ντουμάνια. Με την πρώτη νότα έφυγε ένα σύννεφο σαν μικρογραφία του Ναγκασάκι, λες και συνεννοήθηκαν όλοι μαζί ρε παιδί μου. Ξέρουμε ότι γίνεται κατά κόρον, αλλά πάντα μου την έδινε. Δεν φτάνει η μουσική; Χρειάζεστε ενίσχυση για να σας αρέσει η συναυλία; Ή είναι όλοι τόσο καταπιεσμένοι πια που δεν κρατιούνται; Ας το καταπιώ κι αυτό.

Το ρεπερτόριο περιελάμβανε κομμάτια κυρίως από τις τελευταίες δουλειές τους τα οποία πιστεύω πως απέδιδαν καλά. Τεχνικά είναι όλοι τους καταπληκτικοί παίχτες και μόνο ο ήχος ήταν που χαλούσε την εικόνα. Αρκετές φορές ο Hinds άφηνε το μικρόφωνό του και μεταφερόταν σε αυτό του Sanders με το οποίο ακουγόταν αρκετά καλύτερα. Ο Dailor δυστυχώς δεν μπορούσε να πάρει παραμάσχαλα τα drums και αρκέστηκε στο δικό του, που χανόταν ανά σημεία. Αν και όλοι περίμεναν με το δάχτυλο στην σκανδάλη για τα φωνητικά τους δεν νομίζω πως ξέφυγαν ιδιαίτερα. Και εκεί που τα πράγματα πήγαιναν απλά καλά ήρθε αυτό που ήθελα. Mother Puncher.

Μια από τις καλύτερες εισαγωγές της σκληρής μουσικής ξεχύθηκε στον χώρο και είπα «δεν γ@μιέται και η ωτοασπίδα». Να σημειώσουμε εδώ πως στεκόμουν στο κέντρο και κάτω από το χείλος του εξώστη. Μέχρι τότε είχα βουλωμένο το αριστερό αυτί μιας και οι συναυλίες έχουν αφήσει το σημάδι τους όταν κάποτε κόντεψα να το χάσω. Μόλις την έβγαλα τα άκουσα όλα καλύτερα. Η sludge πυροβολαρχία δεν έχανε σε τίποτα. Οι κιθάρες ευδιάκριτες για τέτοιο βρώμικο είδος, τα drums σωστά εκτός από την μπότα που συνέχιζε να με τραντάζει λες και είχα καταπιεί τους ενισχυτές και οι σβέρκοι σε ασκήσεις ευλυγισίας. Η μόνη παραφωνία ήταν ο κόσμος. Κάποιοι λίγοι στις μπροστινές σειρές προσπαθούσαν να χτυπηθούν, αλλά η αντίδραση σε τέτοιο κομμάτι ήταν μάλλον νωθρή. Για εκεί που ήμουν εγώ, αφήστε, μην τα ρωτάτε. Λες και ανέλυαν πίνακα του Νταλί. Πιστεύω πως έτσι που κοπανιόμουν σκέφτονταν «ίου, καλέ πώς κάνει έτσι αυτό;». Στους Mastodon ήρθατε ρε παιδιά, κάντε κάτι. Από όλα αυτά βέβαια βγήκε κάποιο συμπέρασμα. Οι περισσότεροι που ήρθαν ίσως να ήταν μυημένοι μόνο στα τελευταία και πιο «εξευγενισμένα» άλμπουμ των Αμερικανών. Δεν βρίσκω άλλη εξήγηση, ειδικά αν προσθέσουμε το επόμενο κομμάτι, Aqua Dementia. Άλλο ένα έπος τραβηγμένο από το Leviathan, στο οποίο οι αντιδράσεις για άλλη μια φορά δεν συμβάδιζαν με την μουσική. Αρκετοί το διασκέδαζαν αλλά δεν είδα moshpit, παρά μόνο στιγμιαίες εξάρσεις. Όλα μου ακούγονταν ωραία, με λίγο παραπάνω βόμβο από ό,τι θα έπρεπε είναι η αλήθεια, αλλά όχι αυτό το χάλι που περιγράφουν τόσοι στο διαδίκτυο. Στο “Megalodon” άναψαν κάπως τα αίματα και λίγο τα ντουμάνια που με πήραν, λίγο τα παιχνίδια του φωτός στους καπνούς της σκηνής σχημάτισαν ένα πτερύγιο Μεγαλόδοντα (ξέρω να τους ξεχωρίζω εγώ, είμαι από παραθαλάσσια πόλη) να περνά πάνω από το συγκρότημα. Ευτυχώς στο “Blood and Thunder” κουρδίστηκαν οι οπαδοί και ξεκίνησαν να χοροπηδούν ακόμα και στην μεριά μου. Για λίγο βέβαια γιατί μετά από ένα λεπτό κουράστηκαν. Μα καλά, με τα γερόντια κάθισα; Για encore φύλαξαν την διασκευή τους στο “Emerald” των Thin Lizzy, που δεν με ευχαρίστησε ιδιαίτερα, μιας και περίμενα κάτι δικό τους. Κάπου εκεί ήταν που ο Hinds προσπάθησε να πει δυο λόγια αλλά ένα αντικείμενο τον βρήκε στο μάτι. Το σήκωσε κάπως εκνευρισμένος και περίμενα να βρίσει το κοινό, αλλά αν τον έχετε ακούσει σε συνεντεύξεις θα έχετε καταλάβει τι τρελό χιούμορ έχει.

«Κάτι παραλίγο να μου βγάλει το γαμημένο μάτι μου. Τι είναι αυτό; Είναι ένα… πράγμα, σαν αρχαίο κοφτερό… πράγμα. Γράφει πάνω Mastodon! Ευχαριστώ, το εκτιμώ πολύ. Ας το βάλω τώρα πάλι πίσω στο μάτι μου» είπε και έκανε μια κίνηση να το βάλει στην κόγχη αλλά φυσικά έπεσε στο δάπεδο. Γέλασαν όλοι και όλα καλά.

Μετά λοιπόν από ενενήντα και κάτι λεπτά μουσικής μας καληνύχτισαν με την μικρή αποχαιρετιστήρια ομιλία του Dailor, όπως συνηθίζει στα live τους. Μας έταξε ότι θα έρθουν ξανά του χρόνου (κάτι θα έχουν κανονισμένο από τώρα) με καινούριο δίσκο και μας έκανε λίγες ερωτήσεις, αφού μας εκθείασε την χώρα κτλ.

«Πώς μεγαλώνετε τέτοιες ντομάτες ρε παιδιά; Έρχομαι εδώ και τρώω μόνο ντομάτες. Πολλή ντομάτα. Πάρτε λίγα κομμάτια ξύλου» είπε και πέταξε πέντε, έξι μπαγκέτες και ένα δέρμα ταμπούρου σε λίγους τυχερούς.

Συνοψίζοντας, έχω να πω πως προσωπικά πέρασα πολύ καλά και το μόνο που με ενόχλησε ήταν το πονεμένο μου αυτί, τα ντουμάνια των μανιακών χασικλήδων, ο ήχος στα πρώτα πέντε έξι τραγούδια και το μέρος που έκατσα να παρακολουθήσω. Οι Mastodon έχουν πλέον τραγούδια ετερόκλητα μεταξύ τους. Αυτό έχει την ίδια επίδραση και στο κοινό με αποτέλεσμα να μην θέλουν όλοι να χτυπηθούν σαν εμένα. Όμως πάρα πολλοί ήταν ετούτη την φορά που πήγαν μόνο και μόνο για να εξετάσουν το συγκρότημα αν είχε βελτιωθεί ζωντανά. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα περάσουν καλά. Δεν είναι αυτό το νόημα. Πού βρίσκεται; Κάπου εκεί στις πρώτες σειρές, ανάλογα με τα κομμάτια. Εγώ μπήκα στο πανάθλιο τραίνο των 23:55 και σκεφτόμουν ότι θα ταίριαζε ένα “Trainwreck” μέσα σε τέτοιο σαράβαλο του οποίου οι πόρτες ανοιγόκλειναν σε κάθε στροφή. Είχα όμως ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και ας ήξερα ότι θα κοιμόμουν τέσσερεις ώρες μέχρι το επόμενο δεκάωρο στην δουλειά.

Ανταπόκριση: Βασίλης Μπακογιάννης

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας