Horisont, Phase Reverse, Beyond Perception, Drunk Motherfuckers @ An Club, Αθήνα (16/02/2013) PDF Εκτύπωση E-mail
Τετάρτη, 20 Φεβρουάριος 2013 14:03

Σάββατο βράδυ και ήμουν έτοιμος για άλλο ένα φεστιβαλικού τύπου live και μάλιστα στο An Club. Η αλήθεια είναι πως αρκετά χρόνια τώρα η εμπειρία μου σε συναυλίες με έχει ωθήσει σε ένα συμπέρασμα. Πως ο,τι κι αν δω στο An, θα βγω από αυτό το υπόγειο με ξεχαρβαλωμένο όλο το ακουστικό σύστημα μου, λόγω υπερβολικής έντασης. Η χαρά του κουφού. Και του ωτορινολαρυγγολόγου γιατί του φέρνει πελάτες. Νομίζω πως μόνο μια φορά έχω συνυπάρξει εκεί μέσα με καλό ήχο. Γι’ αυτό κι εγώ πήρα τα δυο όπλα μου. Ωτοασπίδες και κουράγιο.

Κάπου εκεί στις εννέα και κάτι ψιλά εμφανίστηκαν οι πρώτοι εκ των μαραθωνοσυναυλιομένων, Drunk Motherfuckers. Η εμφάνισή τους πριν ένα μήνα στο Six Dogs με είχε προϊδεάσει για την σκηνική τους παρουσία. Στα περίπου τριάντα λεπτά που είχαν στην διάθεσή τους προσέφεραν στα εβδομήντα με εκατό άτομα μια γερή δόση δυναμικού stoner με αρκετές στιγμές έντονου headbanging. Με το θέμα του ήχου τελικά δεν υπήρξε κάποιο πρόβλημα. Μάλιστα μπορώ να πω πως ήταν αρκετά καλός προς μεγάλη έκπληξή μου. Ίσως να έκαναν δουλειά οι ωτοασπίδες τελικά. Αρκετά καλύτερος από τον αντίστοιχο στο Six Dogs, με ένα μικρό ελάττωμα στην ένταση της φωνής αλλά μπορούσα να καταλάβω όλα τα όργανα όση κι αν ήταν η βρωμιά που εξέπεμπαν τα έγχορδα. Χλιαρή βέβαια η ανταπόκριση του κόσμου, ο οποίος περιορίστηκε στο headbanging του τριαντάρη κατά Mikael Akerfeldt. Ξέρετε ποιο εννοώ. Χέρια στις τσέπες, εικόνα και καλά άνετου, ύφος μεταξύ «γουστάρω αλλά τα έχω ξαναδεί αυτά» και ελαφρύ κούνημα της κεφαλής με μέγιστες αποκλίσεις της τάξης των δέκα εκατοστών. Αρκετό χιούμορ από τον τραγουδιστή Αλέξανδρο (συγνώμη αν κάνω λάθος το όνομα του παιδιού) που συνεχάρη τον πρώτο που τόλμησε να πλησιάσει την σκηνή. Ήξερε ότι η γραφικότητα τους πάει και προσπαθούσε να ζεστάνει τον κόσμο με τα “YEAH” στο μικρόφωνο ανά διαστήματα. Τον είδα ότι ήθελε να καλέσει σε sing along στο καινούριο τους κομμάτι “Saint’s Wee(d)ay” (έπρεπε να ψάξω για τον τίτλο γιατί δεν το έπιανα με τίποτα) αλλά ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να μην το κάνει αφού έβλεπε την νωθρότητα να βασιλεύει από κάτω. Και επειδή αυτή τη φορά τους ευχαριστήθηκα (λόγω ευκρινούς ήχου) και τον είδα να φοράει μπλούζα Capricorns αγόρασα και το CD τους με μόνο πέντε ευρώ. Πολύ καλή εμφάνιση αλλά χωρίς ανταπόκριση.

Συνήθως το κακό με τις συναυλίες που απαρτίζονται από δυο – τρία συγκροτήματα και πάνω είναι πως ο κόσμος δεν προτίθεται να αρχίσει να τα σπάει από νωρίς. Διαφορετικά θα είχε φορεία το An.

Δεύτεροι οι Beyond Perception, τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από περίπου δύο χρόνια στο Κ44 (ή ΤΩΡΑ για άλλους) και από όσο μπόρεσα να καταλάβω πλέον έχουν αλλάξει τραγουδιστή. Στην αρχή τον πέρασα για τον Άλεξ των Potergeist λόγω παρόμοιας κόμης (καμίας δηλαδή) και ίδιου τριχωτού προσώπου. Δεν τους πήγαινε όμως το live από την αρχή. Στο πρώτο κιόλας κομμάτι χάσαμε το μπάσο. Μετά από λίγη ώρα μας άφησε και μια χορδή της κιθάρας. Αλλά εντάξει μωρέ, δε βαριέσαι. Γίνονται αυτά. Το θέμα είναι το υπόλοιπο μέρος. Και εκεί τα πράγματα ήταν καλά. Δεν περίμενα κάτι κακό από κανένα συγκρότημα για να πω την αλήθεια. Όλοι τους έχουν δείξει πως το ζουν και δεν προσποιούνται. Πλέον ο κόσμος είχε αρχίσει να κοπανιέται, καθότι πιο δυνατή και άγρια η μουσική τους, γεμίζοντας τον χώρο μπροστά από την σκηνή. Το μίγμα του hardcore, thrash και λοιπών Pantera επιρροών αρέσει πολύ τελευταία και πολλοί τραγουδιστές δείχνουν να υιοθετούν την προσέγγιση του Anselmo. Πολύ δύναμη, ένταση κι ένας πληθωρικός frontman που για μένα το παράκανε λιγάκι με το μπλα μπλα, προσπαθώντας να γεμίσει τα κενά μεταξύ των τραγουδιών. Ο drummer Τόλης εξαιρετικός όπως πάντα, ίσως να τραβούσε λίγο παραπάνω την προσοχή των «ήρθα να παρατηρήσω τα όργανα» ιντελεκτουάλ οπαδών αλλά ευτυχώς δεν επισκίαζε την εμφάνιση των υπολοίπων. Ίσως οι φωνές του τραγουδιστή να το έκαναν. Στον ήχο τα πράγματα είχαν ένα ελαφρύ μπουκωματάκι στην κιθάρα (ένα Ronal ρε παιδιά) αλλά σε γενικές γραμμές ήταν αξιοπρεπή. Πολύ κοπάνημα πάνω και κάτω από την σκηνή, προμηνύοντας ακόμη καλύτερη συνέχεια.

Τους Phase Reverse δεν τους είχα ξαναδεί και για να είμαι ειλικρινής δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά. Ένας κιθαρίστας που έφερνε σε κάτι από Crowbar και ZZ top, ένας μπασίστας με γκρίζο μούσι μισού μέτρου (μικρότερο από του κιθαρίστα) και μπλούζα St. Pauli (μπορεί να είναι ποδοσφαιρόφιλος, δεν ξέρω… ), ένας drummer – παραφαγωμένος σωσίας του Buzz Osborne των Melvins και ένας κανονικός άνθρωπος στα φωνητικά. Τρομεροί μπορώ να πω. Άλλοι θα το περιέγραφαν ως κλασικό heavy metal με επιρροές από Nightstalker ίσως, άντε λίγο να stoner-ίζει σε σημεία αλλά ο καθένας κρίνει πάντα με τα ακούσματά του. Εξαιρετική και ζεστή φωνή, riff και σόλο από την κιθάρα που ευχαριστούσαν το κοινό και ειδικά τους λάγνους με την εξάχορδη, έχοντας όμως ένα προβληματάκι με την ένταση, αφού εγώ από την δεξιά γωνία της σκηνής δεν την άκουγα καλά. Δοκίμασα να βγάλω τις ωτοασπίδες για να καταλάβω την διαφορά αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα το λάθος. Σαν ένα σμήνος εκατομμυρίων τζιτζικιών να έμπαινε από το ένα αυτί και να έβγαινε από το άλλο. Τις ξαναέβαλα άρον – άρον. Με λίγη προσπάθεια και προσοχή τον καταλάβαινα. Κακή εντύπωση μου έκανε η ανταπόκριση του κόσμου που ουσιαστικά έφυγε από μπροστά και ίσως να άφησε μια πικρία στο συγκρότημα που δεν άξιζε τέτοια χλιαρότητα. Μετά από εννέα τραγούδια αποχώρησαν αφήνοντας την σκηνή στους Horisont.

Είναι εκνευριστικά εντυπωσιακό αυτό που έχουν καταφέρει οι Σουηδοί σαν λαός. Ό,τι μουσική έχει υπάρξει στο φάσμα της ροκ, την έχουν κατακτήσει. Ακόμα και αυτά που παιζόντουσαν σαράντα χρόνια πίσω, τώρα αυτοί τα κάνουν κτήμα τους. Έλεος δηλαδή.

Κάπου εκεί στις δώδεκα ξαφνικά ο χρόνος γύρισε πίσω. Ανδρικές καφέ μπότες με τακούνι εφτά πόντους, σαν τον Καλογερόπουλο στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» και αντίστοιχα διαλεγμένο δερμάτινο γιλέκο, μουστάκια, καμπάνες, πουκάμισα με κεραυνούς αλά Έλβις, κεντημένοι χρυσοί ελέφαντες από Ινδία και δεν συμμαζεύεται. Έτσι πρέπει να ήταν ο πατέρας μου στα φοιτητικά του χρόνια! Είχα μείνει άναυδος από την εικόνα. Τα μπλε, κόκκινα, πράσινα και κίτρινα φώτα είχαν λειτουργήσει σαν χρονομηχανή. Σίγουρα είχαμε πάει πίσω. Κοίταξα γύρω μου να βεβαιωθώ ότι το κοινό συμβάδιζε με το 2013 γιατί είχα αρχίσει να τρομάζω. Αφού είδα τους τατουαζάκιδες, θέλησα να βγω για λίγο έξω να δω μήπως είχε αλλάξει ο κόσμος. Ήμουν σίγουρος ότι θα έβλεπα τον πορτιέρη με καπέλο, λουλουδάτο φουλάρι, μαύρο γυαλί και μακρύ ίσιο χίπικο μαλλί να καπνίζει κάτι περίεργο και να μου λέει “peace brother”. Πίστευα ότι θα περνούσε ένα Ford Escord ή το πρώτο μοντέλο του VW Golf. Για να μην πω κανένα Moskowitz και αναρωτηθούν όλοι.

Μουσικά τώρα, η ‘70ίλα είχε διεισδύσει ακόμα και στα πλακάκια του An. Led Zeppelin, UFO και λοιπά χαρακτηριστικά της χρυσής δεκαετίας του ροκ είχαν μετενσαρκωθεί στους Σουηδούς. Τα περί stoner σχόλια δεν μπόρεσα να τα επαληθεύσω. Φυσικά έχουν υπάρξει κι άλλοι, όπως οι συμπατριώτες τους Graveyard, οι οποίοι παίζουν ακριβώς αυτό το retro cult rock (νοιώθω λίγο χαζός με αυτόν τον χαρακτηρισμό) με μεγαλύτερη επιτυχία. Δεν υπονοώ ότι οι Horisont δεν έδωσαν ρέστα. Το αντίθετο μάλιστα. Το κοινό ξαφνικά γέμισε όλο το club και οι εκδηλώσεις λατρείας με έκαναν να ξεχάσω την προηγούμενη οκνηρία. Κιθαριστικά riff εποχής και ένας μεθυσμένος τραγουδιστής συμπλήρωναν την εικόνα. Πρέπει να ήπιε τουλάχιστον τέσσερεις μπύρες όσο ήταν στη σκηνή και ποιος ξέρει πόσες όσο ήταν κάτω. Φωνή δεν μπορώ να πω πως έβγαινε. Ειδικά όταν προλόγιζε τα κομμάτια τραύλιζε κι ένας Θεός ήξερε αν καταλάβαινε τι έλεγε. Σε κάποια φάση πέταξε ένα Θήτα για τρία με τέσσερα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να πει τον τίτλο ενός τραγουδιού. Αλλά πιστεύω άρεσε σε όλους γιατί είχε την πλάκα του και την “sex, drugs and rock’n’roll” ιδιοσυγκρασία. Κοινό και Σουηδοί ανταλλάξαμε αμοιβαία αισθήματα αγάπης και αποχωριστήκαμε.

Τέσσερεις περίπου ώρες μετά πίστευα ότι θα είχα κλατάρει από κούραση και ήχο αλλά το αποτέλεσμα με εξέπληξε ευχάριστα. Ούτε κούραση γιατί είχε χώρο για καθισιό στις ανάπαυλες, ούτε διαλυμένη ακοή χάρις στις ωτοασπίδες μου και μια αίσθηση ότι είχα παρακολουθήσει ένα τίμιο και πολύ ευχάριστο live παρά την μεγάλη διάρκειά του. Κλείνοντας πιστεύω πρέπει να δώσω τα εύσημα στην Pandora’s Box και την Alive & Kicking για την διοργάνωση. Δεν υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις και πάνω απ’ όλα η τιμή κρατήθηκε αρκετά χαμηλά, στα 10€, ενώ για τους άνεργους, φοιτητές και λοιπούς «προνομιούχους» στα 8€. Δεν είναι δυνατόν πλέον αυτή την εποχή να δίνουμε 25€ όπως παλαιότερα για μια μικρή συναυλία και οι διοργανωτές φαίνεται να το έχουν καταλάβει, όπως και την προηγούμενη φορά στο Six Dogs με Potergeist – Drunk Motherfuckers που ήταν δωρεάν. Ο τρόπος υπάρχει, αρκεί να συμβαδίζει με έξυπνες κινήσεις.  Άντε και την επόμενη φορά.

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

alt

Ανταπόκριση: Βασίλης Μπακογιάννης

Φωτογραφίες : Άννα Μπαρδακά

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας