Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Ο έντεχνος που σκαλίζει, γρατζουνάει και σκαρώνει PDF Εκτύπωση E-mail

Τον ξέρεις τον τύπο (γράφοντας τα παρακάτω κρατάω με το ένα χέρι μου το πρόσωπο μου και κοιτάζω την οθόνη με περισσή απέχθεια, κάτι σαν τον Μαρκαριάν όταν ο Κωνσταντίνου έκανε το πέναλτι). Είναι o πιτσιρικάς που στο γυμνάσιο έτρωγε τις πιο πολλές καρπαζιές και έγραφε στιχάκια (ωπ, sorry «σκάλιζε στιχάκια» λες και οι λέξεις είναι λίπασμα-«μα είναι το λίπασμα του μυαλού», ΣΚΑΣΕ! Αυτό δε δικαιολογεί τους σκατένιους στίχους που γράφεις). Μόλις πήγε λύκειο κάπνιζε ένα πακέτο τσιγάρα τη μέρα σε κάθε σκοτεινή γωνία του σχολείου και άρχισε να παίζει κιθάρα (χμ, να «γρατζουνάει ΛΙΓΟ κιθάρα» όπως έλεγε, δηλαδή να παίζει το «Να μ’αγαπάς» με λάθος ακόρντα και ξεκούρδιστο όργανο ματώνοντας τ’ αυτιά μας. Εξ ου και το γρατζούνισμα. Κομπλέ.). Μόλις πέρασε σε κάποια κωλοσχολή στου διαόλου το κέρατο ξεκίνησε να γράφει τραγούδια (δηλαδή να «σκαρώνει τραγουδΑΚΙΑ», γιατί το ρήμα «σκαρώνω» μόνο δίπλα στη τη λέξη «πλάκα» νομίζω κάθεται καλά και σίγουρα αν ακούσεις τα κομμάτια του νομίζεις ότι σου κάνει πλάκα!). Αυτός ο τύπος λοιπόν σήμερα βάζει αγγελίες στο Noiz και ψάχνει μουσικούς για μπάντα σε έντεχνο-ροκ στυλ. Όποιος έχει πάρει τηλέφωνο και έχει πάει σε πρόβα από τέτοια αγγελία παρακαλώ να βγει έξω με απουσία! Λέει ότι παίζει ακουστική κιθάρα, εννοώντας μόνο τα ανοιχτά ακόρντα γιατί έτσι κι αλλιώς οι Πυξ Λαξ δε χρησιμοποιούν μπαρέ θέσεις (επίκληση στην αυθεντία) και έχει έτοιμα τραγούδια που σκοπό έχουν να δημιουργήσουν και άλλους κλώνους του σε γυμνασιακό επίπεδο.

Όσο τυχερός και να είσαι όμως, κάποια στιγμή στη ζωή σου θα πέσεις πάνω σε έναν τέτοιο. Είτε σαν θαμώνας θα πας σε ένα μαγαζί που παίζει, επειδή σε τράβηξε κάποια γκόμενα (και όλοι ξέρουμε που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος προκειμένου να πηδήξει, γκουχ), είτε θα έρθει σε περίοδο αναδουλειάς στο στούντιο και θα θέλει να ηχογραφήσει το νέο του χιτάκι, είτε σαν μουσικός θα βρεθείς στην Αρχιτεκτονική ή στο Σταυρό του Νότου για το βαρύ και ανθυγιεινό μεροκάματο. Τι μπορείς να κάνεις λοιπόν σε αυτή την περίπτωση; Τίποτα mate, συλλυπητήρια και καλή λευτεριά.

ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΧΑΛΑΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΑΦΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΦΥΓΕΙΣ!

Μετά τις πολύ χρήσιμες συμβουλές που έδωσα, πάμε παρακάτω να δούμε το γιατί. Ας αντιμετωπίσουμε την κατάσταση του συγκεκριμένου έντεχνου τύπου σαν μια ψυχική ασθένεια ή κάτι παρόμοιο. Ίσως και σαν κοινωνικό φαινόμενο, μήπως βγάλουμε κάποια άκρη και βρούμε κάποια θεραπεία ή φάρμακο (θα μπορούσε να λέγεται αντιπλιατσικόν ή χατζιγιαννοτανιλ).

Έτσι πάμε να το πάρουμε από την αρχή. Γιατί αυτός ο πιτσιρικάς άρχισε να γράφει στιχάκια την εποχή που οι άλλοι συμμαθητές του κάνανε διαγωνισμό ρεψίματος ή μάζευαν χαρτάκια με ποδοσφαιριστές; (ναι, είμαι παιδί των ‘90s, τι θες;). Προφανώς είχε κάποιες ευαισθησίες που τα άλλα παιδάκια δεν είχαν. Μα στην γειτονιά δεν υπήρχε μια ανοιχτή βιβλιοθήκη να πάρει να διαβάσει ένα καλό βιβλίο, οι γονείς του δεν τον πήγαιναν σινεμά, απλά του άφηναν ανοιχτή την τηλεόραση και το ράδιο έπαιζε μόνο Καίτη Γαρμπή και Μπίγαλη (είμαστε ακόμα στα 90s, θυμάστε;). Με αυτόν τον τρόπο από τη μία δε μπορούσε να συμβαδίσει με τις συνήθειες των συνομηλίκων του και έψαχνε κάτι άλλο, μα από την άλλη αυτό το άλλο δεν υπήρχε πουθενά. Έτσι αντί να βρίσκει όμορφα πράγματα στην τέχνη, άρχισε να ασχολείται με το μοναδικό πράγμα που πάσαραν όλα τα Μέσα γύρω του. Την καψούρα. Έ, την πασπάλισε με λίγο ρομαντισμό, λίγη απόρριψη και μια τζούρα κλισέ μεταφορών από το Ανθολόγιο και έτοιμο το γλυκό!

Στη συνέχεια θέλησε να εκφραστεί, να εξωτερικεύσει και να δώσει δομή σε όλες αυτές τις σκέψεις του. Αλλά στο λύκειο το μάθημα των καλλιτεχνικών ήταν ότι κοντινότερο σε παιδική χαρά, με έναν καθηγητή που απλά βαριόταν και μερικά πιτσιρίκια που ούρλιαζαν. Στο σπίτι πίστευαν ότι πρέπει να μαζέψει «εφόδια» για το μέλλον και δεν υπήρχε χρόνος-λεφτά για αρτιστικές επιπολαιότητες ή απλά τον ξαποστείλανε στο «Γυάλινο οξυζενέ ωδείο», ενώ οι μόνες συναυλίες που διοργάνωνε η περιοχή του ήταν της παρέας του Μικρούτσικου, που μάσαγε όλες τις επιχορηγήσεις και τα πολιτιστικά κονδύλια. Έτσι μάζεψε ότι χαρτζιλίκι περίσσευε και πήρε μια φτηνή κιθάρα και άρχισε να κατεβάζει ακόρντα από το kithara.vu (λάθος συνήθως) και να παίζει τα έντεχνα κομμάτια που άκουγε γύρω του, που ήταν εύκολα και απλοϊκά, μα και οι μοναδικές επιρροές του.

Στη σχολή που πήγε περίμενε να βρει μια διέξοδο καλλιτεχνική ή έστω μια πιο ενδιαφέρουσα κουλτούρα, μα συνάντησε μόνο ΔΑΠίτες να κάνουν σκόντο για μπουκάλι στα μπουζούκια, «ρεμπετάδικα» με φτηνό φαγητό, φτηνό κρασί και φτηνή μουσική και αριστεροκλαψοέντεχνες βαρετές βραδιές. Κάπου εκεί συνειδητοποίησε ότι αυτή είναι η μουσική που υπάρχει, η καψούρα είναι το μόνο πράγμα που απασχολεί τους ανθρώπους και μερικά χιλιοειπωμένα ακόρντα και ομοιοκαταληξίες είναι ο μόνος τρόπος έκφρασης. Έτσι ξεκίνησε να γράφει τα δικά του «μια-απ’τα ίδια», πολύ απλά γιατί αυτό του μάθανε, αυτό ξέρει και αυτό γουστάρει ο κόσμος.

So…είναι ασθένεια η ημιμάθεια και οι (φορεμένες από τις καταστάσεις) παρωπίδες; Όσο και να ήθελα να βγει ένα φάρμακο που να θεραπεύει από τους άχρωμους έντεχνους τραγουδιστάδες, μάλλον όχι. Είναι λογικό μια κοινωνία να μη δίνει «τροφή» στους νέους που θέλουν να μάθουν και να δημιουργήσουν, με αποτέλεσμα τα αναπαράγει ρηχά και αυτόαναπαραγόμενα κλισέ; Μάλλον όχι, αλλά εδώ που είμαστε, ποιος ενδιαφέρεται θα μου πεις.

Έτσι, τουλάχιστον εμείς, ας προσπαθήσουμε να μην είμαστε τόσο αρνητικοί απέναντι σε όλο αυτό το φαινόμενο που λέμε ξεπεσμένη έντεχνη μουσική (γιατί φυσικά αυτός ο χώρος έχει βγάλει και φανταστικά, πρωτοπόρα έργα). Την επόμενη φορά που βρούμε στο δρόμο μας ένα έντεχνο τραγουδοποιό, που με τις λίγες γνώσεις και επιρροές που έχει προσπαθεί να φτιάξει κάτι, ας μην τον πιάσουμε στο ψηλό, ας μην ξεκινήσουμε κάποια επική διαφωνία για το αν κάποια άλλη μουσική είναι καλύτερη και ας μην θεωρήσουμε ότι φταίει μόνο αυτός για τους περιορισμένους ορίζοντες που άνοιξαν μπροστά του. Σίγουρα δε μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι όσοι ακούν αγγλόφωνη ή κάποια άλλα είδη μουσικής γνωρίζουν την αλήθεια ή έχουν βρει το Ελντοράντο της τέχνης και οι άλλοι έχουν μαύρα μεσάνυχτα. Απλά όσο πιο πολύ ανοίγεις το μυαλό και τους ορίζοντες σου, τόσο περισσότερο εξελίσσεσαι και επεκτείνεις τα όρια της δημιουργίας σου. Ας του γράψουμε λοιπόν ένα mixtape με τις αγαπημένες μπάντες μας, ας τον καλέσουμε μαζί σε ένα live και ας προσπαθήσουμε να τον ωθήσουμε να δει και μια άλλη πλευρά της μουσικής… και από εκεί και πέρα ας κάνει ότι καταλαβαίνει!

Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας