Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Ο Rock Star της γειτονιάς σας PDF Εκτύπωση E-mail

Γεια σας!

Θα δανειστώ λίγο από τη σοφία μιας μπάντας με το όνομα Kafrilion για να κάνω την πάντα πετυχημένη και εντυπωσιακή εισαγωγή μου. (χμ…) Οι Kafrilion λοιπόν, έχουν ένα κομμάτι που λέγεται «Ο γαμιάς της γειτονιάς» και αναφέρεται σε έναν τύπο, που κακά τα ψέματα, υπάρχει σχεδόν σε κάθε γειτονιά! Είναι αυτός που βγαίνει κάθε πρωί για τζόκινγκ με τα στενά V μπλουζάκια, για να διαγράφονται οι στεροειδείς γραμμώσεις και κοιτάει  με…νόημα ότι θηλυκό περάσει μέσα από το διαστημικό γυαλί ηλίου του. Είναι αυτός με το «φτιαγμένο» GLX και το μαλλί «λασπωτήρας» ή «φράχτης» που κάθεται με τις ώρες για καφέ στο Μπουρνάζι και βαθμολογεί τα γκομενάκια σαν άλλος Χάρης Χριστόπουλος. Είναι αυτός που στο κλαμπ θα χαιρετίσει με μυστική χειραψία τον πορτιέρη και θα παραγγείλει «το συνηθισμένο»  λίγο πριν σου πετάξει την ερώτηση: «να κεράσω ποτάκι;».

Έτσι επειδή η τέχνη μιμείται τη ζωή (ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο;) μπορούμε να πούμε πως αν κάθε γειτονιά έχει το «γαμιά» της έτσι και κάθε συγκρότημα έχει τον «rocks star» του. Τα χαρακτηριστικά είναι ίδια ας μη γελιόμαστε. Ο «rock star» βγαίνει στο live με κολλητό μπλουζάκι, μπαντάνα και τζιν σωλήνα ή εναλλακτικά με δερμάτινο παντελόνι και πουκάμισο «Μπαντέρας» (ξέρετε αυτά τα Ισπανικά με το φρου φρου που στα χαρακώνει ο αντίπαλος όταν ξιφομαχείς και βιδώνεσαι και τον σφάζεις στο γόνατο). Μπορεί να μη ζορίζεται από τη γυμναστική, αλλά αυτή η έκφραση πόνου σχηματίζεται στη μούρη του προσπαθώντας να πιάσει την κορώνα στο finale βλεφαριάζοντας μέσα από το μισόκλειστο μάτι αν τα κοριτσάκια στην πρώτη γραμμή τον κοιτάνε, ενώ υποκινεί σε παιχνίδι «λέτε ότι λέω» οοοοοοο, εεεεεεεε τους 12 ακροατές (μαζί με την καθαρίστρια) σαν άλλος Ozzy Osbourne. Δεν έχει GLX αλλά PRS (ο μάτσο) ή ESP (ο Αιγαλεότης) κωλοφτιαγμένη κιθάρα σε σχήμα V με φωτιές, νεκροκεφαλές, σκελετούς ή ό, τι αλλά σκατά μπορεί να χωρέσει το δύσμοιρο όργανο. Στο μπαρ, πριν το live θάβει μαζί με τον μπάρμαν και τη σερβιτόρα το support group και το μαγαζί, για να φανεί ψαγμένος και να τονίσει ότι χαραμίζεται το ταλέντο του σε αυτά τα κωλομάγαζα, ενώ ζαλίζει 3 ώρες τον ηχολήπτη στο soundcheck για το μικρόφωνό του, το οποίο ακούγεται, μουντό, θολό, γκρίζο, άχρωμο, στεγνό, ξερό, ανάποδο, κακογαμημένο προσπαθώντας να αποδείξει ότι η κονσόλα είναι για πέταμα, το reverb χάλια και ο ηχολήπτης άσχετος, αλλά πριν βγουν θα τον καλοπιάσει για να ανεβάσει την ένταση για τους headliners (my ass). Με την κιθάρα δεν έχει μεγάλο θέμα, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν παίζει, απλά την κρεμάει για μόστρα. (βλέπε Χατζηγιάννης, Κότσιρας αλλά και Max Cavalera, Serj Tankian)

Τώρα που καταλάβαμε όλοι για ποιόν μιλάμε (μη δείχνετε, μη βήχετε και οι παρόντες εξαιρούνται) πάμε να δούμε τι έχει στο μυαλό του αυτός ο τύπος, τι αντίκτυπο έχει στο συγκρότημά του και τι σημαίνει αυτό για τη μουσική σκηνή.

Χαρακτηριστικό του «rock star» είναι να αργεί στην πρόβα, να έρχεται λιώμα ή με καμιά πατσαβούρα γκόμενα (θέλει και groupies τρομάρα του) και να γκρινιάζει σε όλη τη μπάντα ότι τον καλύπτει η κιθάρα, ότι το κομμάτι δε groov-άρει, ότι η μουσική δεν «κολλάει» με τους στίχους του και γενικά ότι μαλακία του κατέβει εννοώντας: «Εσείς φταίτε που δεν έχουμε γίνει οι νέοι Dream Theater γιατί είστε άσχετοι και ανάθεμα την ώρα που έμπλεξα μαζί σας».

Για να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τα παραπάνω θα πρέπει να μπούμε σε μερικά Φροϋδικά μονοπάτια και να πούμε ότι η έλλειψη μουσικής παιδείας και εν γένει κουλτούρας του δημιουργεί ένα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι στους άλλους μουσικούς, που το εξωτερικεύει με εγωιστικό και κυκλοθυμικό τρόπο, γεμίζοντας τα κενά του με την ιδεοληψία ότι μόνο αυτός αξίζει και απλά δεν έχουν εκτιμήσει ακόμα το ταλέντο του. (…με κουράζεις πολύ…)

Ποιος ευθύνεται για αυτό όμως; Αν είναι κάποιος που παράτησε κακήν κακώς το «Γυάλινο οξυζενέ ωδείο» (αναφορά σε προηγούμενο άρθρο), μάλλον οι γονείς του και η άτιμη κοινωνία. Σε κάθε άλλη περίπτωση όλοι όσοι τον κολακεύουν ότι είναι ο νέος Jim Morisson, αντί να του πούνε να στρώσει τον κώλο του να μελετήσει έχοντας χαμηλά το κεφάλι. Φταίει και το ίδιο το συγκρότημα του, που επειδή νομίζει ότι συρραφή από riff = μαλάκα έγραψα μια κομματάρα, τον αφήνει να τραγουδάει όπου θέλει και ό, τι παπαριά θέλει, χωρίς να καταλαβαίνει ότι δεν είναι ο πιο κατάλληλος για να γράφει μελωδικές γραμμές και στίχους, ενώ δεν τον έβαλε στη θέση του όταν αργούσε στις πρόβες ή ερχόταν άλλα ’ντ’ άλλων.

Αφού το ψυχαναλύσαμε και ρίξαμε και τα μπινελίκια μας από πάνω φτάνουμε στο κλασικό πλέον σημείο του «Τι με νοιάζει εμένα;»

Ναι, σίγουρα δε μας αφορά άμεσα ο κάθε άφωνος ποζεράς, ή ο κάθε wanna be Axl Rose. Αλλά φανταστείτε πόσο καλύτερη μουσική και συγκροτήματα θα είχαμε αν οι frontmen ήξεραν πέντε πράγματα από μουσική και έγραφαν πραγματικά όμορφες μελωδικές γραμμές για τη φωνή και δεν αρκούνταν σε αναμασήματα (ναι, ξέρω, φυσικά υπάρχουν τύποι που δεν ξέρουν θεωρίες και ιστορίες, αλλά φτιάχνουν απίστευτα φωνητικά. Αλλά σόρυ κιόλας, όταν το συγκρότημα που την έχει δει progressive και παίζει 13/16 αλλάζοντας σε κάθε μέτρο κλίμακα πώς περιμένει να τραγουδήσει ο άλλος σωστά πάνω, χωρίς να το έχει το σπορ και γιατί άραγε οι ελληνικές μπάντες μοιάζουν συνήθως με κάποια από το εξωτερικό; Μα φυσικά γιατί οι τραγουδιστές απλά μουρμουρίζουν τα ίδια πάνω κάτω που λεν τα είδωλα τους, χωρίς να έχουν συναίσθηση τι είναι αυτό!). Για το live καταλάβατε τι θα γλίτωνε, αλλά (αχ!) και στο studio…πόσο ευκολότερη θα ήταν η ζωή του ηχολήπτη. Πόση επιπεφυκίτιδα θα μπορούσε να γλιτώσει από το λιγότερο editing. Πόση τενοντίτιδα από το κουμπί REC και τα 5467 takes και πόσο πόνο στα αυτιά από την απουσία του κουρδίσματος νότα νότα.

Από την άλλη πόσο πιο εύκολα θα μπορούσαν να κάνουν οι ελληνικές μπάντες το brake (on) through στο εξωτερικό τραγουδώντας σωστά αγγλικά και γράφοντας αξιόλογους στίχους, έχοντας έναν τραγουδιστή που θα είναι η εικόνα του group και όχι απλά ο «έχω ένα φίλο που τραγουδάει». Έχοντας κάποιον που θα ξέρει τις κινήσεις του στη σκηνή, όπως ο κιθαρίστας τα ακόρντα, και θα γνωρίζει τις ικανότητες και τα όρια της φωνής του, όπως ο ντράμερ την ταχύτητά του. Ενώ θα μπορεί να εξηγήσει ότι αυτό είναι ψηλά ή εκείνο χαμηλά, για να μπορέσει να εναρμονιστεί με το συγκρότημα, χωρίς απλά να τρέχει πίσω από τη μπάντα λέγοντας τα δικά του.

Και πόσο καλύτερη θα ήταν η γειτονιά λοιπόν, δίχως τον δήθεν τύπο που τρέχει με τη μουσική να παίζει παραμορφωμένη από το ηχειάκι του κινητού του κλείνοντας σου το μάτι (βάζοντας ακουστικά και μυαλό). Χωρίς τους φραπεδοκριτές και τα αμάξια με το τεράστιο subwoofer (κάνοντας μια κανονική κουβέντα και ακούγοντας μουσική, όχι δονήσεις). Χωρίς τα V μπλουζάκια και τα φτηνά πεσίματα (αποκτώντας γούστο και τρόπους)

Άλλο τόσο καλύτερη θα ήταν και η μουσική σκηνή γύρω μας ίσως!

Good night and good luck!

Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος

Μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας